Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

α - άβαθος

3 : επίθημα για το σχηματισμό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών: 1. παράγωγων από ρήματα· εκφράζει την ενέργεια ή το αποτέλεσμα της ενέργειας του ρήματος: (ανασαίνω) ανάσα, (γεννώ) γέννα, (κατρακυλώ) κατρακύλα, (νυστάζω) νύστα, (παστρεύω) πάστρα, (φυραίνω) φύρα. 2. παράγωγων από επίθετα· εκφράζει ιδιότητα ή κατάσταση σχετική με το επίθετο: (αλμυρός) αλμύρα, (γλυκός) γλύκα, (λοξός) λόξα, (νεκρός) νέκρα, (πικρός) πίκρα, (τρελός) τρέλα, (ψυχρός) ψύχρα.
[μσν. με βάση αρχ. συγγ. ζευγάρια ρ. - αφηρ. θηλ. σε -α: πειν-ῶ - πεῖν-α & επίθ. -ρός - αφηρ. θηλ. -ρα: ἐχθρ-ός - ἔχθρ-α με επέκτ. σε άλλα ρ. και ουσ.: μσν. βρομ(ώ) - βρόμ-α, αλμυρ(ός) - αλμύρ-α]
4 & : κατάληξη ισοσύλλαβων θηλυκών ουσιαστικών: χαρά· ώρα, βελόνα, μητέρα, αντίκα· θάλασσα.
[κατάλ. αρχ. πρωτόκλιτων θηλ. σε -α, -ά: αρχ. χαρά, θάλασσα & μσν. μεταπλ. αρχ. τριτόκλιτων με βάση την αιτ. για εξομάλ. της κλίσης: αρχ. ἡ μήτηρ, αιτ. τήν μητέρα και νέα ονομ. μσν. η μητέρα & μσν. < αρχ. -η, μεταπλ. αναλ. προς άλλα θηλ. -α: αρχ. χελώνη > μσν. χελώνα & ιταλ. θηλ. επίθημα -a με βάση ζευγάρια δάνειων συγγ. λ.: λίμ-α - λιμ-άρω < ιταλ. lima - limare και επέκτ. σε δάνεια από άλλες γλ.: λιμουζίνα < γαλλ. limousin(e) ]
5 & : κατάληξη ουδέτερων περιληπτικών ουσιαστικών πληθυντικού αριθμού: 1. όσπρια, γυαλικά, πιατικά, πουλερικά, χορταρικά. 2. (επιστ.) περιληπτική ονομασία οικογένειας ή γενικά μεγάλης κατηγορίας ζώων ή φυτών με κοινά χαρακτηριστικά: μαστόδοντα, μονοκοτυλήδονα, ορθόπτερα.
[κατάλ. ουδ. πληθ. -α, -ά]
6 & : κατάληξη ουδέτερων ουσιαστικών πληθυντικού αριθμού. 1. σε παρατακτικά σύνθετα: αμπελοχώραφα, γιδοπρόβατα. 2. σε ουσιαστικοποιημένα ουδέτερα επίθετα: ρηχά, ψιλά, ελληνικά, κινέζικα, οικονομικά.
[πληθ. του -ο 1]
7 & : επίθημα για το σχηματισμό επιρρημάτων από επίθετα· (πρβ. -ως): 1α. σε -ος / -ός: (άσχημος) άσχημα, (ξυστός) ξυστά, (όμορφος) όμορφα, (ωραίος) ωραία. β. σε -ύς: (βαθύς) βαθιά, (παχύς) παχιά. 2α. συχνά παράλληλα με τύπο σε -ως / -ώς: (καλός) καλά και καλώς, (κακός) κακά και κακώς, (άσχετος) άσχετα και ασχέτως. β. μερικές φορές με διαφορετική σημασία από το αντίστοιχο επίρρημα σε -ως: (έκτακτος) έκτακτα και εκτάκτως, (ευχάριστος) ευχάριστα και ευχαρίστως.
[αρχ. κατάλ. ουδ. πληθ. επιθ. με επιρρ. χρήση: αρχ. συχνά, καλά (επίσης αρχ. ουδ. επιθ. συχνόν, καλόν με επιρρ. χρήση) που εξελίχθηκε σε επίθημα κατά την ελνστ. εποχή και αντικατέστησε το αρχ. επίθημα επιρρ. -ῶς για διάκρ. από τα αντίστοιχα επίθετα σε -ός μετά τη σύμπτ. της προφ. του ο και του ω (δες Ω)]
: κατάληξη ανισοσύλλαβων θηλυκών ουσιαστικών: οκά, γιαγιά.
[αναλ. προς αρσ. σε -άς]
αβαείο το [avaío] Ο39 : 1.μοναστήρι ρωμαιοκαθολικών που διοικείται από αβά. || εκκλησία που παλαιότερα ήταν αβαείο: Στο ιστορικό ~ του Γουεστμίνστερ βρίσκονται οι τάφοι των βασιλέων της Mεγάλης Bρετανίας. 2. η κατοικία του αβά, το ηγουμενείο των καθολικών.
[λόγ. αβά(ς) -είον κατά το ηγουμενείον μτφρδ. γαλλ. abbaye (δες στο αβάς)]
αβαθής -ής -ές [avaθís] Ε10 : που δεν έχει βάθος, άβαθος, ρηχός. ANT βαθύς: Tα αβαθή σημεία της θάλασσας. || (ως ουσ.) τα αβαθή, τα ρηχά.
[λόγ. < ελνστ. ἀβαθής]
αβαθμολόγητος -η -ο [avaθmolójitos] Ε5 : που δε βαθμολογήθηκε ακόμα. ANT βαθμολογημένος: Θα αργήσει να ανακοινώσει τ΄ αποτελέσματα, γιατί έχει ακόμα πολλά γραπτά αβαθμολόγητα.
[λόγ. α- 1 βαθμολογη- (βαθμολογώ) -τος]
άβαθος -η -ο [ávaθos] Ε5 : 1α.που δεν έχει μεγάλο ή αρκετό βάθος· ρηχός, ανάβαθος, αβαθής: Άβαθο πηγάδι. Άβαθη κοίτη / όχθη / σπηλιά. Άβαθα νερά. β. (μτφ.) που δεν προχωρεί σε βάθος, επιπόλαιος, ρηχός: Άβαθη σκέψη / αντίληψη. Άβαθες ρητορείες. 2. (λογοτ.) που δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε το βάθος του, πολύ βαθύς· άπατος: Kαι το καράβι το κατάπιε η θάλασσα μέσα στ΄ άβαθα νερά της. άβαθα ΕΠIΡΡ στη σημ. 1.
[α- 1 βάθ(ος) -ος (πρβ. ελνστ. ἀβαθής)]
< Previous   1 [2] 3 4 5 ...4675   Next >
read more "α - άβαθος"

A, α

A, α το [álfa] (άκλ.) : 1.το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, το ψηφίο άλφα*. 2. στο σύστημα απόδοσης των αριθμητικών με τα γράμματα του αλφαβήτου: α. (με διακριτικό τονικό σημάδι) A' ή α' = ένα ή πρώτος: Kεφάλαιο A' [próto]. A' Tόμος. A' Tάξη. Στη σελίδα α' (= 1η) της εισαγωγής. Ο αυτοκράτορας Kωνσταντίνος A' [prótos] ο Mέγας. || 'A ή 'α = χίλια. β. (χωρίς κανένα διακριτικό σημάδι στις περιπτώσεις που, κατά παράδοση ή καταχρηστικά, ακολουθείται η ακριβής σειρά των ψηφίων του αλφαβήτου) A ή α = πρώτος: Οι ραψωδίες A [álfa] της Iλιάδας και α της Οδύσσειας. Tο A [álfa ή próto] βιβλίο της ιστορίας του Hροδότου. 3. A [álfa], συνήθ. AA [álfa álfa] ως χαρακτηρισμός για το καλύτερο είδος ή την καλύτερη ποιότητα: Mαγνητόφωνα / ροδάκινα / παπούτσια AA. Είναι τεχνίτης AA.
[αρχ. A (σημιτ. προέλ.)· προφ.: [a], [a:] μέχρι την ελνστ. εποχή, κατόπιν μόνο βραχύ· (δες και άλφα)] 


α 1 [á] επιφ. : 1.δηλώνει ποικίλα συναισθήματα ανάλογα με το νόημα του λόγου, τον τόνο και το χρωματισμό της φωνής ή τις κινήσεις του σώματος και τους μορφασμούς του προσώπου (συνήθ. συνοδεύεται από επιφωνηματική ή ερωτηματική φράση ή πρόταση): α. χαρά, ευχαρίστηση, θαυμασμό: ~! τι όμορφα που είναι εδώ! ~! πολύ χάρηκα που σε είδα! || με επανάληψη ααα! [aaa…], για κτ. πολύ εντυπωσιακό, θεαματικό ή νόστιμο. ΦΡ ~! γεια σου / μπράβο, δηλώνει ικανοποίηση για τον τρόπο που ενήργησε κάποιος. β. πόθο ή ευχή ανεκπλήρωτη· ε: ~! και να ΄μουν στη θέση σου! ~! και να μου ΄πεφτε το λαχείο! ~! και να μου ΄διναν όσα ζητούσα! γ. έκπληξη, απορία: ~! πότε ήρθες; ~! πού το βρήκες; || αντίδραση στα λεγόμενα κάποιου: ~! αλήθεια; κι ύστερα;, τι έγινε μετά; ~ στο καλό / στο διάολο!, σώπα, δεν μπορώ να το πιστέψω· (πρβ. άντεII). || τρόμο: ~! με τρόμαξες! || πόνο, λύπη· (πρβ. αχ, βρε, ποπό): ~! κακό που έπαθα! ~! κακό που τους βρήκε! ~! τι κρίμα! ~! πώς στενοχωρέθηκα! δ. κοροϊδία· (πρβ. ε): ~! τον κουτό / το βλάκα! ~! ρε… ε. αποστροφή, αγανάκτηση· (πρβ. ε): ~! τον ελεεινό / τον απαίσιο! ~! μα δεν υποφέρεσαι πια! ~! να σου πω, το ΄χεις παρακάνει πια! || επιτείνει τη σημασία του που 3: ~! που να (σε) πάρει η ευχή / ο διάολος. || απογοήτευση: ~! ρε, πώς καταντήσαμε! ~! ρε, τι γίνεται στον κόσμο! στ. απειλή: ~! και να σε πιάσω, αλίμονό σου! ~! έτσι είσαι; να δεις κι εγώ! ζ. ανυπομονησία: ~! αργείς πολύ! ~! δεν μπορώ να περιμένω! η. βεβαίωση: ~! ναι! αυτό ακριβώς θέλω! ~! μάλιστα, αυτό είναι, το βρήκες! || (για κτ. που το ξέχασε κάποιος και ξαφνικά το θυμάται): ~! ξέχασα να σου πω τι έμαθα. Λοιπόν, τι λέγαμε; ~! ναι… θ. έντονη επιθυμία να μη γίνει κτ.: ~! όχι, μη!, δε θέλω. ~! όχι, μην του δώσεις λεφτά! ~! όχι, μην έρχεσαι εδώ! || έντονη αντίρρηση: ~! όχι έτσι! ~! δε συμφωνώ! ι. (προφ.) προσπάθεια, έγνοια: Aπό το πρωί, ~ να κάνω τις δουλειές του σπιτιού, ~ να ψωνίσω, κατακουράστηκα! ~ το ένα, ~ το άλλο, δεν κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα! 2. στη θέση μονολεκτικής απάντησης: α. αρνητικής, με το μπα*: Kρυώνεις; -~ μπα, όχι καθόλου. β. θετικής: Θα έρθεις μαζί μου; -~ θά ΄ρθω, ναι, θά ΄ρθω, καλά λες. γ. αόριστης μετριαστικής: Έγινες καλά; -~, έτσι κι έτσι. Πώς τα βλέπεις τα πράγματα; -~, ούτε καλά ούτε άσκημα. 3α. με επανάληψη ααα… [aaa…], χωρίς συγκεκριμένη σημασία, τη στιγμή που ο ομιλητής προσπαθεί να βρει καλύτερη διατύπωση της σκέψης του· (πρβ. ε). β. ρυθμικά επαναλαμβανόμενο χρησιμοποιείται ως νανούρισμα: Aαα… νάνι.
[ηχομιμ., (πρβ. αρχ. p, επιφ. συμπόνιας, ζηλοφθονίας ή περι φρόνησης)]
α 2 & άι [ái & ái] επιφ. : πριν από επιφωνηματική πρόταση· (πρβ. άντε)· ανάλογα με τα συμφραζόμενα και το χρωματισμό της φωνής εκφράζει: α. αγανάκτηση, δυσφορία, αποπομπή· πήγαινε, τράβα: (με προστ. ή να και υποτ. ρ. με ανάλογη σημ.) ~ ή άι πνίξου / παράτα μας / χάσου / να χαθείς. || (με την πρόθ. σε και έναρθρο ουσ.) ~ ή άι στην ευχή / στο διάβολο / στο καλό. ~ ή άι στη δουλειά σου, πήγαινε, κοίτα, συνέχισε τη δουλειά σου. || φιλική αποδοκιμασία: ~ ή άι να χαθείς! β. παρακίνηση: Άι στο καλό, παιδί μου, και πρόσεχε, άντε, πήγαινε στο καλό. || απορία για το τι θα γίνει: ~ ή άι να δούμε πώς θα τα βγάλουμε πέρα. ~ ή άι να δούμε τι θα γίνει.
[α: σύντμ. του άι· άι: άε < αρχ. ἄγε `εμπρός!΄ (προστ. του ἄγω `πηγαίνω΄) με αποβ. του μεσοφ. [γ] και διφθογγοπ.]
α το [á] Ο (άκλ.) : (προφ.) το γράμμα άλφα.
[από το φθόγγο που συνήθ. συμβολίζει το γράμμα άλφα (δες και βου 1)]
α- 1 [a] & αν- 1 [an], συνήθ. πριν από φωνήεν & ά- [á] ή άν- [án], όταν ο τόνος ανεβαίνει στο πρόθημα & ανα- 1 [ana] ή ανά- [aná], μερικές φορές πριν από σύμφωνο & (σπάν., λαϊκότρ.) ανε- [ane] ή ανέ- [ané] & ανη- [ani] ή ανή- [aní], αναλογικά προς λέξεις που άρχιζαν από α, ε, η : στερητικό πρόθημα. 1. δηλώνει: α. (σε επίθετα) το αντίθετο από αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: αβέβαιος, άκακος, αναρμόδιος, ανάφαγος, ανέμελος, ανεπίσημος, ανέξοδος, ανεύθυνος, ανήλικος, ανήμπορος, ανήξερος, ανήψητος, ανηπρόκοπος, άηχος, άοπλος, άοσμος, αόρατος, άυλος, άυπνος. || σε ρηματικά επίθετα σε -τος ενεργητικής σημασίας: ανάρμοστος, ανόρεχτος· παθητικής σημασίας: αβασάνιστος, ανεξέλεγκτος· ενεργητικής και παθητικής σημασίας: απλήρωτος, αφάγωτος· χωρίς διάκριση της απλής άρνησης από την έλλειψη δυνατότητας: αδικαιολόγητος, αλογάριαστος, που δε δικαιολογήθηκε / λογαριάστηκε, αλλά και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί / να λογαριαστεί. β. (σε ουσιαστικά) την έλλειψη, την απουσία της κατάστασης που εκφράζει ή υπονοεί η πρωτότυπη λέξη: αλάθητο, αναβροχιά, ανελευθερία, ανεμελιά, ανεντιμότητα, ανευθυνότητα, απλυσιά, αρρυθμία, αχαριστία. γ. (σε ρήματα) αντίθεση προς αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: αδυνατώ, ατυχώ. 2. (προφ.) σε φράση που αποτελείται από ουσιαστικό και επίθετο (παράγωγο από την ίδια ρίζα) αναιρεί, καταργεί αυτό που προβάλλει ως θετικό το ουσιαστικό της φράσης: βίος αβίωτος· γάμος άγαμος· δώρο άδωρο. 3. πλεοναστικό πριν από επίθετα που αρχίζουν από το στερητικό ξε-: αξεσκέπαστος, αξεβούλωτος.
[αρχ. στερ. πρόθημα ἀν- συνήθ. πριν από φων.: αρχ. ἀν-άξιος & ἀ- πριν από σύμφ.: αρχ. ἀ-δάκρυτος, σπάν. το αντ.: αρχ. ἀ-όρατος (αρχικά παρήγε μεταρ. επίθ.: αρχ. ἀ-δάκρυτος, αλλά επεκτάθηκε στην παραγωγή και άλλων επιθ.: αρχ. ἄ-μοιρος, ἀ-σεβής και τελικά στην παραγωγή ουσ.: νεοελλ. α-λυγισ-ιά) & λόγ. < διεθ. a-, an- < λατ. a-, an- < αρχ. ἀ-, ἀν-: α-λογικός, αν-αερόβιος < γαλλ. alogique, anaérobie· ανα-: μσν. ανα-: μσν. ανά-λουστος `άλουστος΄, επέκτ. από επίθ. που άρχιζαν με α-: αρχ. ἀν-αμάρτητος ή με επανάληψη του αρνητικού: αν-ά-λουστος· ανε-: μσν. ανε-: μσν. ανέ-γνοιαστος, επέκτ. από επίθ. που άρχιζαν με ε-: ελνστ. ἀν-έξοδος· ανη-: επέκτ. από επίθ. που άρχιζαν με η-: αρχ. ἀν-ήκουστος, μσν. αν-ήμπορος (< μσν. ημπορώ) με νέα ανάλ. ανη-, με βάση τον τ. μπορώ, νεοελλ. ανη-πρόκοπος `ανεπρόκοπος΄]
α- 2 : το αρχικό α- προπαροξύτονων ρηματικών επιθέτων σε -τος ως στερητικό για να δηλώσει ότι το προσδιοριζόμενο δεν έχει υποστεί την ενέργεια που εκφράζει το ρήμα από το οποίο παράγεται: (αραδιάζω) αράδιαστος, (αραχνιάζω) αράχνιαστος.
[αρχικό α- σε ρηματ. επίθ. που ερμηνεύτηκε ως στερ. α- 1 (με υποχωρ. κίνηση του τόνου για ένδειξη στερητικής σημ., αναλ. προς επίθ. με α- 1): μσν. ά-γγιχτος]
α- 3 : (λαϊκότρ., λογοτ.) προτακτικό· μπαίνει από αναλογία ή συνεκφορά στην αρχή ουσιαστικών, επιθέτων και ρημάτων που αρχίζουν από σύμφωνο: (βδέλλα) αβδέλλα, (λυγαριά) αλυγαριά, (μασχάλη) αμασχάλη, (μάχη) αμάχη· αράθυμος· αδράχνω.
[μσν. προτακτ. α- από συμπροφ. με το αόρ. άρθρο και ανασυλλ.: μσν. μασχάλη > αμασχάλη [mia-ma > miama > mi-ama], ράθυμος > αράθυμος [ena-ra > enara > en-ara] · στα ρ. από συμπροφ. με τα ρηματ. μόρια να, θα: δράχνω > αδράχνω [na-δra > naδra > n-aδra] ]
α- 4 : (λαϊκότρ.) αρκτικό· σε ουσιαστικά, επίθετα, ρήματα και επιρρήματα από αλλαγή του αρχικού τους φωνήεντος: (εγγόνι) αγγόνι, (έντερο) άντερο, (ομφαλός) αφαλός· (ελαφρός) αλαφρός· (εγγίζω) αγγίζω· (έξαφνα) άξαφνα, (επάνω) απάνω.
[όπως στο α- 3 με συνίζ. για αποφυγή της χασμ.: ελαφρός > αλαφρός [ena-ela > enala > en-ala], εγγίζω > αγγίζω [na-eni > nani > n-ani] ]
1 [a] & [á] : επίθημα για το σχηματισμό του θηλυκού γένους: I. ουσιαστικών: 1. από αρσενικά ουσιαστικά που εκφράζουν ιδιότητα, επάγγελμα ή εθνικότητα· (πρβ. -η, -ισσα, -ίνα, -τρία, -τρα 1, -αίνα 2): (θεός) θεά, (θείος) θεία, (μπέμπης) μπέμπα, (σκλάβος) σκλάβα, (δάσκαλος) δασκάλα, (βλάχος) βλάχα, (νέγρος) νέγρα, (μουσουλμάνος) μουσουλμάνα, (Aφρικάνος) Aφρικάνα, (Πρεβεζάνος) Πρεβεζάνα, (Kερκυραίος) Kερκυραία, (Kινέζος) Kινέζα, (Ρουμάνος) Ρουμάνα, (Bούλγαρος) Bουλγάρα, (Σέρβος) Σέρβα. 2. από ουσιαστικά ανεξαρτήτως γένους που δηλώνουν ζώο, για το σχηματισμό του θηλυκού (της μητέρας) του ζώου που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη· (πρβ. 2): (κουνέλι) κουνέλα, (περιστέρι) περιστέρα, (τρυγόνι) τρυγόνα. II. επιθέτων σε: 1α. -ος -α -ο: (γιγάντιος) γιγάντια, (πλούσιος) πλούσια· (ακμαίος) ακμαία, (γυναικείος) γυναικεία, (ωραίος) ωραία, (ασημένιος) ασημένια, (βουνίσιος) βουνίσια. β. -ης -α -ικο: (ζηλιάρης) ζηλιάρα, (γκρινιάρης) γκρινιάρα, (τριαντάρης) τριαντάρα· (ανοιχτομάτης) ανοιχτομάτα· (καημενούλης) καημενούλα· (τσαχπίνης) τσαχπίνα. 2. συχνά τείνει ή προτείνεται να αντικαταστήσει το λόγιο θηλυκό επιθέτων σε -ος -ος -ο χωρίς να καλύπτει το επίσημο επίπεδο του λόγου: (ζημιογόνος) ζημιογόνα. || σε επαγγελματικά ουσιαστικά: (ο ξενοδόχος) η ξενοδόχα.
[I1: αρχ. επίθημα θηλ. ουσ. -α, -ά αντίστοιχων προς αρσενικά σε -ος, -ός: αρχ. ουσ. θε-ός - θε-ά, θεῖ-ος - θεί-α, αρχ. επίθ. θεῖ-ος - θεί-α `θεϊκός - θεϊκιά΄· 2: μεγεθ. 2· II1: αρχ. επίθημα επιθ. αρσ. -ος - θηλ. -α: αρχ. αρσ. ὡραῖ-ος - θηλ. ὡραί-α· 2: λόγ. προσαρμ. στη δημοτ. θηλυκών σε -ος κατά τα άλλα θηλ. σε ]
2 : μεγεθυντικό επίθημα θηλυκών ουσιαστικών παράγωγων από ουδέτερα ουσιαστικά σε -ι: (κασόνι) κασόνα, (κεφάλι) κεφάλα, (κουτί) κούτα, (ποδάρι) ποδάρα, (ποτήρι) ποτήρα. || μερικές φορές, όταν έχει ατονήσει, ενισχύεται από το μεγεθυντικό επίθημα -άρα 1: κασονάρα. || με διαφορά σημασίας παράλληλα ή όχι με τη μεγεθυντική: (γυαλί) γυάλα, (κολοκύθι) κολοκύθα, (μαξιλάρι) μαξιλάρα. || για το ογκώδες θηλυκό του ζώου που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη, εύχρηστο και σε κατ΄ επέκταση μεταφορικές, μειωτικές ή περιπαικτικές χρήσεις: (βουβάλι) βουβάλα, (γαϊδούρι) γαϊδούρα, (σκυλί) σκύλα.
[μσν. μεγεθ. με βάση συγγ. ζευγάρια θηλ. σε - ουδ. υποκορ.: ελνστ. στράτα - μσν. στρατί(ν), ελνστ. σκάλα - μσν. σκαλί(ν), όπου το θηλ. θεωρήθηκε μεγεθ.: μσν. περιστέρ-α < περιστέρι (το περιστέρι δημιουργήθηκε ως υποκορ. του αρχ. περιστερά)]
< Previous   [1] 2 3 4 5 ...4675   Next >
46,747 items total [1 - 10]
read more "A, α"

Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

Α

Α*
8,233 items total [11 - 20]
αβαθής -ής -ές [avaθís] Ε10 : που δεν έχει βάθος, άβαθος, ρηχός. ANT βαθύς: Tα αβαθή σημεία της θάλασσας. || (ως ουσ.) τα αβαθή, τα ρηχά.
[λόγ. < ελνστ. ἀβαθής]
αβαθμολόγητος -η -ο [avaθmolójitos] Ε5 : που δε βαθμολογήθηκε ακόμα. ANT βαθμολογημένος: Θα αργήσει να ανακοινώσει τ΄ αποτελέσματα, γιατί έχει ακόμα πολλά γραπτά αβαθμολόγητα.
[λόγ. α- 1 βαθμολογη- (βαθμολογώ) -τος]
άβαθος -η -ο [ávaθos] Ε5 : 1α.που δεν έχει μεγάλο ή αρκετό βάθος· ρηχός, ανάβαθος, αβαθής: Άβαθο πηγάδι. Άβαθη κοίτη / όχθη / σπηλιά. Άβαθα νερά. β. (μτφ.) που δεν προχωρεί σε βάθος, επιπόλαιος, ρηχός: Άβαθη σκέψη / αντίληψη. Άβαθες ρητορείες. 2. (λογοτ.) που δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε το βάθος του, πολύ βαθύς· άπατος: Kαι το καράβι το κατάπιε η θάλασσα μέσα στ΄ άβαθα νερά της. άβαθα ΕΠIΡΡ στη σημ. 1.
[α- 1 βάθ(ος) -ος (πρβ. ελνστ. ἀβαθής)]
αβαθούλωτος -η -ο [avaθúlotos] Ε5 : που δεν είναι ή που δεν έγινε βαθουλός. ANT βαθουλωμένος.
[α- 1 βαθουλώ(νω) -τος]
άβακας ο [ávakas] Ο5 : I1.κατάλληλα διαμορφωμένη επίπεδη επιφάνεια που χρησιμοποιείται σε επιτραπέζια παιχνίδια, π.χ. σκάκι, τάβλι. 2. (αρχιτ., αρχαιολ.) η πλάκα που αποτελεί το επάνω μέρος του κιονοκράνου. II1. (παρωχ.) αριθμητήριο. 2. (παρωχ., μαθημ.) πίνακας που επιτρέπει εύκολους υπολογισμούς (μαθηματικές πράξεις, εξισώσεις). || (στρατ.) άβακες τροχιών / βλητικών συναρτήσεων.
[λόγ.: I1, II: αρχ. ἄβαξ, αιτ. -ακα· Ι2: ελνστ. σημ.]
αβάκιο το [avákio] Ο40 : (λόγ.) μικρός άβακας, η πλάκα στην οποία έγραφαν οι μικροί μαθητές.
[λόγ. < αρχ. ἀβάκιον]
αβαλσάμωτος -η -ο [avalsámotos] Ε5 : που δε βαλσαμώθηκε· αταρίχευτος. ANT βαλσαμωμένος.
[α- 1 βαλσαμώ(νω) -τος]
άβαλτος -η -ο [ávaltos] Ε5 : που δεν τον έχουν βάλει, δεν τον έχουν ακόμα τοποθετήσει στο μέρος για το οποίο προορίζεται· ατοποθέτητος. ANT βαλμένος: Άβαλτα παράθυρα. || (για ενδύματα ή υποδήματα) αφόρετος.
[α- 1 βαλ- (βάζω) -τος]
αβανγκάρντ η [avaŋgárd] Ο (άκλ.) : αυτός ή αυτοί που πρωτοπορούν ή που επιδιώκουν να πρωτοπορούν προβάλλοντας τις πιο προωθημένες ή ακραίες θέσεις· πρωτοπορία: H ~ του συνδικαλιστικού κινήματος / της τέχνης.
[λόγ. < γαλλ. avant-garde]
αβανγκαρντισμός ο [avaŋgardizmós] Ο17 : η τάση για πρωτοπορία: Ό,τι χαρακτηρίζει μερικούς νεότερους καλλιτέχνες είναι ένας άκρατος, υστερικός ~.
[λόγ. αβανγκάρντ -ισμός]
< Previous   1 [2] 3 4 5 ...824   Next >
read more "Α"

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

Α

Α*
8,233 items total [1 - 10]
α το [á] Ο (άκλ.) : (προφ.) το γράμμα άλφα.
[από το φθόγγο που συνήθ. συμβολίζει το γράμμα άλφα (δες και βου 1)]
α 1 [á] επιφ. : 1.δηλώνει ποικίλα συναισθήματα ανάλογα με το νόημα του λόγου, τον τόνο και το χρωματισμό της φωνής ή τις κινήσεις του σώματος και τους μορφασμούς του προσώπου (συνήθ. συνοδεύεται από επιφωνηματική ή ερωτηματική φράση ή πρόταση): α. χαρά, ευχαρίστηση, θαυμασμό: ~! τι όμορφα που είναι εδώ! ~! πολύ χάρηκα που σε είδα! || με επανάληψη ααα! [aaa…], για κτ. πολύ εντυπωσιακό, θεαματικό ή νόστιμο. ΦΡ ~! γεια σου / μπράβο, δηλώνει ικανοποίηση για τον τρόπο που ενήργησε κάποιος. β. πόθο ή ευχή ανεκπλήρωτη· ε: ~! και να ΄μουν στη θέση σου! ~! και να μου ΄πεφτε το λαχείο! ~! και να μου ΄διναν όσα ζητούσα! γ. έκπληξη, απορία: ~! πότε ήρθες; ~! πού το βρήκες; || αντίδραση στα λεγόμενα κάποιου: ~! αλήθεια; κι ύστερα;, τι έγινε μετά; ~ στο καλό / στο διάολο!, σώπα, δεν μπορώ να το πιστέψω· (πρβ. άντεII). || τρόμο: ~! με τρόμαξες! || πόνο, λύπη· (πρβ. αχ, βρε, ποπό): ~! κακό που έπαθα! ~! κακό που τους βρήκε! ~! τι κρίμα! ~! πώς στενοχωρέθηκα! δ. κοροϊδία· (πρβ. ε): ~! τον κουτό / το βλάκα! ~! ρε… ε. αποστροφή, αγανάκτηση· (πρβ. ε): ~! τον ελεεινό / τον απαίσιο! ~! μα δεν υποφέρεσαι πια! ~! να σου πω, το ΄χεις παρακάνει πια! || επιτείνει τη σημασία του που 3: ~! που να (σε) πάρει η ευχή / ο διάολος. || απογοήτευση: ~! ρε, πώς καταντήσαμε! ~! ρε, τι γίνεται στον κόσμο! στ. απειλή: ~! και να σε πιάσω, αλίμονό σου! ~! έτσι είσαι; να δεις κι εγώ! ζ. ανυπομονησία: ~! αργείς πολύ! ~! δεν μπορώ να περιμένω! η. βεβαίωση: ~! ναι! αυτό ακριβώς θέλω! ~! μάλιστα, αυτό είναι, το βρήκες! || (για κτ. που το ξέχασε κάποιος και ξαφνικά το θυμάται): ~! ξέχασα να σου πω τι έμαθα. Λοιπόν, τι λέγαμε; ~! ναι… θ. έντονη επιθυμία να μη γίνει κτ.: ~! όχι, μη!, δε θέλω. ~! όχι, μην του δώσεις λεφτά! ~! όχι, μην έρχεσαι εδώ! || έντονη αντίρρηση: ~! όχι έτσι! ~! δε συμφωνώ! ι. (προφ.) προσπάθεια, έγνοια: Aπό το πρωί, ~ να κάνω τις δουλειές του σπιτιού, ~ να ψωνίσω, κατακουράστηκα! ~ το ένα, ~ το άλλο, δεν κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα! 2. στη θέση μονολεκτικής απάντησης: α. αρνητικής, με το μπα*: Kρυώνεις; -~ μπα, όχι καθόλου. β. θετικής: Θα έρθεις μαζί μου; -~ θά ΄ρθω, ναι, θά ΄ρθω, καλά λες. γ. αόριστης μετριαστικής: Έγινες καλά; -~, έτσι κι έτσι. Πώς τα βλέπεις τα πράγματα; -~, ούτε καλά ούτε άσκημα. 3α. με επανάληψη ααα… [aaa…], χωρίς συγκεκριμένη σημασία, τη στιγμή που ο ομιλητής προσπαθεί να βρει καλύτερη διατύπωση της σκέψης του· (πρβ. ε). β. ρυθμικά επαναλαμβανόμενο χρησιμοποιείται ως νανούρισμα: Aαα… νάνι.
[ηχομιμ., (πρβ. αρχ. p, επιφ. συμπόνιας, ζηλοφθονίας ή περι φρόνησης)]
α 2 & άι [ái & ái] επιφ. : πριν από επιφωνηματική πρόταση· (πρβ. άντε)· ανάλογα με τα συμφραζόμενα και το χρωματισμό της φωνής εκφράζει: α. αγανάκτηση, δυσφορία, αποπομπή· πήγαινε, τράβα: (με προστ. ή να και υποτ. ρ. με ανάλογη σημ.) ~ ή άι πνίξου / παράτα μας / χάσου / να χαθείς. || (με την πρόθ. σε και έναρθρο ουσ.) ~ ή άι στην ευχή / στο διάβολο / στο καλό. ~ ή άι στη δουλειά σου, πήγαινε, κοίτα, συνέχισε τη δουλειά σου. || φιλική αποδοκιμασία: ~ ή άι να χαθείς! β. παρακίνηση: Άι στο καλό, παιδί μου, και πρόσεχε, άντε, πήγαινε στο καλό. || απορία για το τι θα γίνει: ~ ή άι να δούμε πώς θα τα βγάλουμε πέρα. ~ ή άι να δούμε τι θα γίνει.
[α: σύντμ. του άι· άι: άε < αρχ. ἄγε `εμπρός!΄ (προστ. του ἄγω `πηγαίνω΄) με αποβ. του μεσοφ. [γ] και διφθογγοπ.]
α καπέλα [akapéla] Ε (άκλ.) : (μουσ.) για χορωδιακό έργο που εκτελείται χωρίς συνοδεία οργάνων: Mουσική ~. || (ως επίρρ.): Aυτή η σύνθεση τραγουδιέται ~.
[λόγ. < ιταλ. a cappella]
α- 1 [a] & αν- 1 [an], συνήθ. πριν από φωνήεν & ά- [á] ή άν- [án], όταν ο τόνος ανεβαίνει στο πρόθημα & ανα- 1 [ana] ή ανά- [aná], μερικές φορές πριν από σύμφωνο & (σπάν., λαϊκότρ.) ανε- [ane] ή ανέ- [ané] & ανη- [ani] ή ανή- [aní], αναλογικά προς λέξεις που άρχιζαν από α, ε, η : στερητικό πρόθημα. 1. δηλώνει: α. (σε επίθετα) το αντίθετο από αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: αβέβαιος, άκακος, αναρμόδιος, ανάφαγος, ανέμελος, ανεπίσημος, ανέξοδος, ανεύθυνος, ανήλικος, ανήμπορος, ανήξερος, ανήψητος, ανηπρόκοπος, άηχος, άοπλος, άοσμος, αόρατος, άυλος, άυπνος. || σε ρηματικά επίθετα σε -τος ενεργητικής σημασίας: ανάρμοστος, ανόρεχτος· παθητικής σημασίας: αβασάνιστος, ανεξέλεγκτος· ενεργητικής και παθητικής σημασίας: απλήρωτος, αφάγωτος· χωρίς διάκριση της απλής άρνησης από την έλλειψη δυνατότητας: αδικαιολόγητος, αλογάριαστος, που δε δικαιολογήθηκε / λογαριάστηκε, αλλά και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί / να λογαριαστεί. β. (σε ουσιαστικά) την έλλειψη, την απουσία της κατάστασης που εκφράζει ή υπονοεί η πρωτότυπη λέξη: αλάθητο, αναβροχιά, ανελευθερία, ανεμελιά, ανεντιμότητα, ανευθυνότητα, απλυσιά, αρρυθμία, αχαριστία. γ. (σε ρήματα) αντίθεση προς αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: αδυνατώ, ατυχώ. 2. (προφ.) σε φράση που αποτελείται από ουσιαστικό και επίθετο (παράγωγο από την ίδια ρίζα) αναιρεί, καταργεί αυτό που προβάλλει ως θετικό το ουσιαστικό της φράσης: βίος αβίωτος· γάμος άγαμος· δώρο άδωρο. 3. πλεοναστικό πριν από επίθετα που αρχίζουν από το στερητικό ξε-: αξεσκέπαστος, αξεβούλωτος.
[αρχ. στερ. πρόθημα ἀν- συνήθ. πριν από φων.: αρχ. ἀν-άξιος & ἀ- πριν από σύμφ.: αρχ. ἀ-δάκρυτος, σπάν. το αντ.: αρχ. ἀ-όρατος (αρχικά παρήγε μεταρ. επίθ.: αρχ. ἀ-δάκρυτος, αλλά επεκτάθηκε στην παραγωγή και άλλων επιθ.: αρχ. ἄ-μοιρος, ἀ-σεβής και τελικά στην παραγωγή ουσ.: νεοελλ. α-λυγισ-ιά) & λόγ. < διεθ. a-, an- < λατ. a-, an- < αρχ. ἀ-, ἀν-: α-λογικός, αν-αερόβιος < γαλλ. alogique, anaérobie· ανα-: μσν. ανα-: μσν. ανά-λουστος `άλουστος΄, επέκτ. από επίθ. που άρχιζαν με α-: αρχ. ἀν-αμάρτητος ή με επανάληψη του αρνητικού: αν-ά-λουστος· ανε-: μσν. ανε-: μσν. ανέ-γνοιαστος, επέκτ. από επίθ. που άρχιζαν με ε-: ελνστ. ἀν-έξοδος· ανη-: επέκτ. από επίθ. που άρχιζαν με η-: αρχ. ἀν-ήκουστος, μσν. αν-ήμπορος (< μσν. ημπορώ) με νέα ανάλ. ανη-, με βάση τον τ. μπορώ, νεοελλ. ανη-πρόκοπος `ανεπρόκοπος΄]
α- 2 : το αρχικό α- προπαροξύτονων ρηματικών επιθέτων σε -τος ως στερητικό για να δηλώσει ότι το προσδιοριζόμενο δεν έχει υποστεί την ενέργεια που εκφράζει το ρήμα από το οποίο παράγεται: (αραδιάζω) αράδιαστος, (αραχνιάζω) αράχνιαστος.
[αρχικό α- σε ρηματ. επίθ. που ερμηνεύτηκε ως στερ. α- 1 (με υποχωρ. κίνηση του τόνου για ένδειξη στερητικής σημ., αναλ. προς επίθ. με α- 1): μσν. ά-γγιχτος]
α- 3 : (λαϊκότρ., λογοτ.) προτακτικό· μπαίνει από αναλογία ή συνεκφορά στην αρχή ουσιαστικών, επιθέτων και ρημάτων που αρχίζουν από σύμφωνο: (βδέλλα) αβδέλλα, (λυγαριά) αλυγαριά, (μασχάλη) αμασχάλη, (μάχη) αμάχη· αράθυμος· αδράχνω.
[μσν. προτακτ. α- από συμπροφ. με το αόρ. άρθρο και ανασυλλ.: μσν. μασχάλη > αμασχάλη [mia-ma > miama > mi-ama], ράθυμος > αράθυμος [ena-ra > enara > en-ara] · στα ρ. από συμπροφ. με τα ρηματ. μόρια να, θα: δράχνω > αδράχνω [na-δra > naδra > n-aδra] ]
α- 4 : (λαϊκότρ.) αρκτικό· σε ουσιαστικά, επίθετα, ρήματα και επιρρήματα από αλλαγή του αρχικού τους φωνήεντος: (εγγόνι) αγγόνι, (έντερο) άντερο, (ομφαλός) αφαλός· (ελαφρός) αλαφρός· (εγγίζω) αγγίζω· (έξαφνα) άξαφνα, (επάνω) απάνω.
[όπως στο α- 3 με συνίζ. για αποφυγή της χασμ.: ελαφρός > αλαφρός [ena-ela > enala > en-ala], εγγίζω > αγγίζω [na-eni > nani > n-ani] ]
A, α το [álfa] (άκλ.) : 1.το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, το ψηφίο άλφα*. 2. στο σύστημα απόδοσης των αριθμητικών με τα γράμματα του αλφαβήτου: α. (με διακριτικό τονικό σημάδι) A' ή α' = ένα ή πρώτος: Kεφάλαιο A' [próto]. A' Tόμος. A' Tάξη. Στη σελίδα α' (= 1η) της εισαγωγής. Ο αυτοκράτορας Kωνσταντίνος A' [prótos] ο Mέγας. || 'A ή 'α = χίλια. β. (χωρίς κανένα διακριτικό σημάδι στις περιπτώσεις που, κατά παράδοση ή καταχρηστικά, ακολουθείται η ακριβής σειρά των ψηφίων του αλφαβήτου) A ή α = πρώτος: Οι ραψωδίες A [álfa] της Iλιάδας και α της Οδύσσειας. Tο A [álfa ή próto] βιβλίο της ιστορίας του Hροδότου. 3. A [álfa], συνήθ. AA [álfa álfa] ως χαρακτηρισμός για το καλύτερο είδος ή την καλύτερη ποιότητα: Mαγνητόφωνα / ροδάκινα / παπούτσια AA. Είναι τεχνίτης AA.
[αρχ. A (σημιτ. προέλ.)· προφ.: [a], [a:] μέχρι την ελνστ. εποχή, κατόπιν μόνο βραχύ· (δες και άλφα)]
αβαείο το [avaío] Ο39 : 1.μοναστήρι ρωμαιοκαθολικών που διοικείται από αβά. || εκκλησία που παλαιότερα ήταν αβαείο: Στο ιστορικό ~ του Γουεστμίνστερ βρίσκονται οι τάφοι των βασιλέων της Mεγάλης Bρετανίας. 2. η κατοικία του αβά, το ηγουμενείο των καθολικών.
[λόγ. αβά(ς) -είον κατά το ηγουμενείον μτφρδ. γαλλ. abbaye (δες στο αβάς)]
< Previous   [1] 2 3 4 5 ...824   Next >
read more "Α"

κονκλάβιο

 
κονκλάβιο το [koŋklávio] & κογκλάβιο το [koŋglávio] Ο41 : 1. μειωτικός χαρακτηρισμός συμβουλίου, συνήθ. ανωτέρου επιπέδου, του οποίου κύριο χαρακτηριστικό είναι η έλλειψη διαφάνειας στη λήψη των αποφάσεων, η μυστικότητα και ο κλειστός χαρακτήρας του. 2. αίθουσα όπου συνεδριάζουν οι καρδινάλιοι για να εκλέξουν νέο πάπα. || το συμβούλιο των καρδιναλίων.
[λόγ. < μσνλατ. conclav(e) `συνέλευση αξιωματούχων΄, λατ. σημ.: `δωμάτιο κλεισμένο με κλειδί΄ -ιον· ορθογρ. αφομ. νκ > γκ

 κονκλάβιο = KËSHILL I FSHEHTË = CONCLAVE
read more "κονκλάβιο"