- κονκλάβιο το [koŋklávio] & κογκλάβιο το [koŋglávio] Ο41 : 1.
μειωτικός χαρακτηρισμός συμβουλίου, συνήθ. ανωτέρου επιπέδου, του
οποίου κύριο χαρακτηριστικό είναι η έλλειψη διαφάνειας στη λήψη των
αποφάσεων, η μυστικότητα και ο κλειστός χαρακτήρας του. 2. αίθουσα όπου συνεδριάζουν οι καρδινάλιοι για να εκλέξουν νέο πάπα. || το συμβούλιο των καρδιναλίων. [λόγ. < μσνλατ. conclav(e) `συνέλευση αξιωματούχων΄, λατ. σημ.: `δωμάτιο κλεισμένο με κλειδί΄ -ιον· ορθογρ. αφομ. νκ > γκ]κονκλάβιο = KËSHILL I FSHEHTË = CONCLAVE
Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014
κονκλάβιο
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου