πόλεμος
Πίνακας περιεχομένων
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πόλεμος | πόλεμοι |
| γενική | πολέμου | πολέμων |
| αιτιατική | πόλεμο | πολέμους |
| κλητική | πόλεμε | πόλεμοι |
Ετυμολογία
- πόλεμος < αρχαία ελληνική πόλεμος και πτόλεμος < ιαπετ. ρίζα πελ- και πολ- συγγενές με το παλέω και πάλλω
Ουσιαστικό
πόλεμος αρσενικό- ένοπλη σύρραξη μεταξύ κρατών, στρατευμάτων ή φατριών, οργανώσεων κλπ, που διεξάγεται σε ένα ή περισσότερα μέτωπα και περιλαμβάνει μία ή περισσότερες μάχες
- (μεταφορικά) γενικευμένος προληπτικός αγώνας ή έντονη διαμάχη
- πόλεμος κατά των ναρκωτικών
- μετά το διαζύγιο, του κήρυξε τον πόλεμο
- πόλεμος για τη διαδοχή στο κόμμα
Πολυλεκτικοί όροι
- αμυντικός πόλεμος: πόλεμος που διεξάγει ένα κράτος ή μια οργάνωση για την απώθηση του αντιπάλου
- εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος: πόλεμος για την απόκτηση πολιτικής ανεξαρτησίας ενός έθνους
- εμφύλιος πόλεμος: πόλεμος μεταξύ στρατευμάτων και φατριών ενός κράτους ή μεταξύ φατριών στις οποίες μετέχει και τμήμα του στρατού
- επεκτατικός πόλεμος ή ιμπεριαλιστικός πόλεμος: πόλεμος που ξεκινά από ένα κράτος με σκοπό την επέκταση της επικράτειάς του
- ιερός πόλεμος: αυτός που ξεκινά με θρησκευτικά αίτια ή αφορμές
- ολοκληρωτικός πόλεμος : πόλεμος χωρίς ηθικά όρια που έχει σκοπό την τελική εξόντωση του αντιπάλου
- παγκόσμιος πόλεμος: πόλεμος στον οποίο συμμετέχουν σχεδόν όλες οι σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις του κόσμου
- πυρηνικός πόλεμος : εκείνος που διεξάγεται με πυρηνικά όπλα
- συμβατικός πόλεμος : εκείνος που διεξάγεται χωρίς πυρηνικά όπλα
- χημικός πόλεμος, βιολογικός πόλεμος και βακτηριολογικός πόλεμος: θεωρητικά απαγορευμένα μέσα πολέμου στα οποία γίνεται χρήση συγκεκριμένων ουσιών ή μικροβίων και ιών.
- ψυχολογικός πόλεμος : εκείνος που διεξάγεται σε ψυχολογικό επίπεδο με σκοπό την πτώση του ηθικού του αντιπάλου
- ψυχρός πόλεμος: εκείνος που δεν διεξάγεται εν θερμώ και με όπλα, αλλά με αμοιβαία απειλή, κατασκοπία και οικονομικό αποκλεισμό
- πολέμιος
- πολεμιστής
- πολεμητέος
- πολεμίζω
- πτολεμίζω
- πολεμικός
- Πτολεμαίος
- πολεμόω-ῶ
- πολεμίστρα
- πολεμοπαθής
- πολεμοφόδια
Σύνθετα
- ανταρτοπόλεμος
- εμπόλεμος
- πολέμαρχος
- Πολέμαρχος το αξίωμα της αρχαίας Αθήνας
- πολεμοκάπηλος
- πολεμοποιός
- πολεμοχαρής
- Τριπτόλεμος
Δείτε επίσης
- πόλεμος στη Βικιπαίδεια

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου