Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

δουλοπρεπής

δουλοπρεπής -ής -ές [δuloprepís] Ε10 : 1. για κπ. που, απέναντι σ΄ αυτούς που είναι ή που θεωρεί ότι είναι ανώτεροί του, συμπεριφέρεται με τρόπο μειωτικό για την αξιοπρέπειά του, με κολακείες, δουλική εξυπηρέτηση κτλ. || (ως ουσ.) ο δουλοπρεπής. 2. που ταιριάζει σε δουλοπρεπή άνθρωπο: ~ στάση. (λόγ.) δουλοπρεπώς ΕΠIΡΡ με δουλοπρέπεια.
[λόγ. < αρχ. δουλοπρεπής· λόγ. < ελνστ. δουλοπρεπῶς]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου